13-9-2011. Αγόρευση του κ. Π. Παυλόπουλου κατά την συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σν του Υπουργείου Εσωτερικών«Αναδιοργάνωση του συστήματος αδειοδότησης για τη διαμονή αλλοδαπών στη χώρα υπό όρους αυξημένης ασφάλειας, ρυθμίσεις θεμάτων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εσωτερικών».
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Ευάγγελος Αργύρης): Το λόγο έχει ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος, Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας.
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συζητούμε ένα νομοσχέδιο, το οποίο φαίνεται απλό μπροστά στη συγκυρία, την οποία διατρέχουμε και εμφανίζεται ως ένα ήσσονος σημασίας θεσμικό μέτρο.
Όμως, σηματοδοτεί κάτι, κύριε Υπουργέ, εν όψει των όσων ελέχθησαν και προηγουμένως. Εμείς, όπου υπάρχει ένα θετικό βήμα, το στηρίζουμε. Φροντίζετε εσείς εκεί που υπάρχει ένα θετικό βήμα, να εμφιλοχωρεί σε κάποια νομοσχέδια, όπως αυτό, κάτι το εμφανώς λανθασμένο, έτσι ώστε να μας εμποδίζει να δώσουμε τη συναίνεση που θα θέλαμε. Φαντάζομαι ότι στο χώρο της πολιτικής αυτές τις κρίσιμες ώρες η συναίνεση είναι εκείνη που βαίνει προς την κατεύθυνση της εξόδου από την κρίση και το κοινωνικό αδιέξοδο. Αν είναι να μοιράσουμε τις ευθύνες για λάθος επιλογές, ούτε ο Τόπος είναι δυνατόν να πάει μπροστά, ούτε εμείς έχουμε τέτοια δυνατότητα. Το εθνικό χρέος κάθε αντιπολίτευσης είναι να στηρίζει το σωστό και να επισημαίνει το λάθος.
Παίρνω το χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του νομοσχεδίου. Κατ’ αρχάς, βαίνει προς τη σωστή κατεύθυνση αυτονοήτως, διότι στην ουσία έρχεται να ρυθμίσει ζητήματα, τα οποία αφορούν την εφαρμογή του κανονισμού του 2008 για τις άδειες διαμονής, που και αυτός είναι τροποποίηση του κανονισμού του 2002. Αυτό δείχνει πόσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση η ίδια «βολοδέρνει» -ας μου επιτραπεί η έκφραση- πηγαίνοντας μια από εδώ και μια από εκεί μέχρι να φτιάξει μια ενιαία μεταναστευτική πολιτική. Έχουμε τον κανονισμό του 2008 και αυτό το νομοσχέδιο έρχεται αυτήν τη στιγμή να ρυθμίσει ορισμένα ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού.
Θυμίζω -και το λέω αυτό το πράγμα για να το γνωρίζουμε όλοι στην Αίθουσα- ότι ο κανονισμός δεν μοιάζει με την οδηγία. Ο κανονισμός έχει ευθεία εφαρμογή, ενώ η οδηγία χρειάζεται προσαρμογή, εκτός από εκείνα τα σημεία της τα οποία είναι ευθείας εφαρμογής.
Άρα ο κανονισμός ισχύει, ανεξάρτητα από το σημερινό νομοσχέδιο, από το 2008. Αυτό που κάνει το νομοσχέδιο τούτην την ώρα είναι να οργανώνει τα διαδικαστικά ζητήματα του αυτοτελούς εγγράφου, στο οποίο μετατρέπεται η παραδοσιακή άδεια διαμονής. Αυτό κάνουμε.
Άρα, στην πραγματικότητα δεν εισάγουμε στην ελληνική έννομη τάξη την Κοινοτική ρύθμιση -έχει εισαχθεί από το 2008 ή από τότε που η ίδια ορίζει ότι εισήχθη- αλλά ρυθμίζουμε ορισμένα ζητήματα, τα οποία σχετίζονται πλέον με τη διαδικασία εφαρμογής. Βάζουμε μπροστά, δηλαδή, το αυτοτελές έγγραφο.
